Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

Κρουσιφάιντ

«Οι ζουμερές τραγωδίες ήταν πάντοτε οι αγαπημένες μου» θα ψιθυρίσει. Ο αέρας θα ‘ναι παχύς ∙ από την ανθρωπίλα κι από την απροκάλυπτη εκτόνωση της ανίας τόσων ανθρώπων μαζεμένων. Μα τι σκατά κοιτάνε.
«Θες να την ξεκάνουμε; Θες να τη λιώσουμε ρε; Να την κάνουμε κουρέλι». «Άσε με ήσυχη ρε γαμημένε» θα του πω . «Ρε θες να σε θυμάται για όλη την υπόλοιπη ζωή της;» . Μια άγρια λαχτάρα θα σαλέψει μέσα μου. Ξέρει , μόνο εκείνος ξέρει πώς να κάνει την καρδιά μου πύρινη, πώς να χύνει λάβα στις φλέβες μου.

«Και πως θα γίνει αυτό;» θα τον ρωτήσω. «Ω θα είναι οργασμικό. Θα σε χαράξω τόσο βαθειά μέσα της που όταν ξαπλώνει για να κοιμηθεί θα σε στερεώνει. Θα σιγουρεύεται πως είσαι εκεί. Πότε πίσω απ’τον τρίτο σπόνδυλο, πότε στα νεφρά της σαν ξυράφι. Πάντως θα’ σαι πάντα εκεί».

Θα πανηγυρίσουν τα σωθικά μου. Τα δάχτυλά μου θα βγάλουν καπνούς. Μπορεί για λίγο να τη φανταστώ ξαπλωμένη, λιωμένη απ΄την καύλα , νυσταγμένη κι υπέροχα σταυρωμένη πάνω στα σκεπάσματα.

Εκείνος θα επιμείνει. «Άσε τις φαντασίες» θα μου πει. Θα μου προσφέρει δυο τρεις μνήμες. Θα τσουρουφλάνε. Αν κάνω πως θυμάμαι ,ξέρει- πως γίνεται να μην ξέρει- πως παραλύω. «Είναι ομορφιά ρε ηλίθιε.» θα του πω.
«Δεν σου άξιζε τέτοια λεηλασία».

Στο μεταξύ θα ακούγονται φωνές .Δεν θα μπορώ να ξεχωρίσω σε ποια γλώσσα μιλάνε. Και ξαφνικά θα συνειδητοποιήσω πως δεν ξέρω αν τα μάτια μου είναι ανοιχτά ή κλειστά . « Άφησέ με ν’ανοίξω τα μάτια μου» θα του πω.
«Άφησέ με ρε!».
Δεν θα ‘ναι η πρώτη φορά που παλεύουμε. Όταν νικάει κάνουμε πάντα αυτό που προστάζει. Είναι κι αυτό μια σταθερά. Όταν νικάω εγώ όμως συνήθως πρέπει να υποστώ μετά το γέλιο του. Συνήθως ειρωνεύεται σύσσωμη την ανθρώπινη φύση . Άλλες φορές κεντράρει σε μένα, μου λέει ότι χωρίς αυτόν δεν είμαι άξια ούτε να κουβαλήσω τον εαυτό μου μέχρι το επόμενο πρωί.


Θα χρησιμοποιήσει το χειρότερο κόλπο του, το πιο δόλιο, το πιο καλοδουλεμένο. Θα σωπάσει. Καμιά φορά σωπαίνει για μέρες. Και πάντα το πιστεύω η ηλίθια πως έφυγε ή πως δεν υπήρξε ποτέ. Με κάνει να φλερτάρω με την τρέλα. [Καλύτερα μαζί σου και τρελός].
Όταν εξαφανίζεται αρχίζω να πιστεύω πως είμαι λέει ελεύθερη. Θα τονε καβαλήσω επιτέλους τον κόσμο. Θα συνεχίσω από τα δεκαενιά, είκοσι ∙ ούτε που θυμάμαι πόσο ήμουν όταν τον άφησα. Δεν ξανοίγομαι όμως και πολύ.
               [Μη βλέπεις που με σένα βρεθηκα μεσοπέλαγα και τώρα έχω ξεμείνει κι  
                από νερό κι από τσιγάρα και εκπνέω παράκληση]

Μετά από μερικές μέρες ο δαίμονας επιστρέφει. Δαγκώνει μια μεγάλη μπουκιά μοναξιά-από το λαιμό μου συνήθως ή απ’το συκώτι μου κι έπειτα αναλαμβάνει τον πλήρη έλεγχο. Οι επιστροφές  του δαίμονα είναι οι πιο παθιασμένες περίοδοι της ζωής  μου .
Στην προκειμένη περίπτωση θα σωπάσει για μερικά λεπτά. Δεν θα τολμάω να ανοίξω τα μάτια μου. Θα περιμένω. Ξέρει πως οι αναμονές μου ξεφτιλίζουν τη ζωή. Και τα λεπτά θα περνάνε και δεν θα δίνω πια σημασία ούτε στις φωνές που θα μοιάζουν με ψαλμωδίες, ούτε στον πηχτό αέρα που θα βρωμάει βαρετά απογεύματα.

«Τουλάχιστον πες μου πως θα γίνει» θα πω σε μια προσπάθεια να τον δελεάσω.
«Θα πεθάνεις» θα μου απαντήσει , αφού μ’αφήσει να ξεροψηθώ και να γίνω κρουστή, έτοιμη να σπάσω.  «Το ξέρω» θα του απαντήσω σχεδόν γελώντας. «Θα πεθάνεις πιο νωρίς» θα μου απαντήσει. Ο δαίμονας ξέρει. Ο δαίμονας τα ξέρει όλα. Φταίω βέβαια κι εγώ που εκείνη τη νύχτα τον άφησα να βγει λίγο, να ξεμουδιάσει. Καθίσαμε και πίναμε ρακές μέχρι το πρωί και του τα ‘πα όλα. Αργά η γρήγορα θα τα μάθαινε μόνος του σκέφτηκα.
Του είπα ότι σιχαίνομαι τις αναμονές, τις στυλιζαρισμένες συνοικιακές γκόμενες, τα κλαμπ με τα τετράγωνα φώτα και καμιά φορά την Αθήνα.

Του είπα πως το όνειρο της ζωής μου είναι να ματώσω για τον έρωτα και μετά να τον αφήσω να μου γλύψει τις πληγές. Κι ο δαίμονας το ΄ ξερε ήδη πολύ καλά πως το πάθος μου ήταν οι άσκοπες θυσίες.

Αυτό που δεν μπορώ να θυμηθώ είναι το τι σκατά σκεφτόμουν όταν τον άφησα να ξαναμπει. Με παραμύθιασε με θωρακίσεις. Μου είπε «Εκεί μέσα ζω. Μέσα σου ρέουν ροζ μέλια με χρυσόσκονη .Κι όσο δεν έχεις που να τ’ ακουμπήσεις θα σε πνίξουν. Είσαι αδύναμη ρε. Και σιγά το νέο. Όλοι θέλουν να παραμείνουν παιδιά. Παραδέξου το και πάμε παρακάτω»




Έτσι στην κρίσιμη στιγμή , λίγο πριν ξεκουμπιστεί από ανθρώπινες δυνάμεις- ακόμα κι αν αυτές οι δυνάμεις είναι κίτρινες και κουβαλάνε την απελπισία του οικογενειάρχη το Σαββατόβραδο στο κυριλέ σουβλατζίδικο-ο δαίμονας θα προτείνει την μόνη λύση που θα του αποφέρει κάποιο όφελος, πέρα απ’το καλό ουίσκι και τις φρέσκες ντομάτες, που τον ταίζω τόσο καιρό. Ο δαίμονας θα μου προτείνει να αυτοκτονήσω, για να πάρει την ψυχή μου στην κόλαση.


Κι εγώ που θα φοβάμαι –πάλι θα φοβάμαι-και θα σε θεωρώ αποκλειστικά υπεύθυνη θα αγκαλιάσω στην ιδέα. «Δεν υπάρχει τίποτα, είσαι σίγουρος;» θα τον ρωτήσω. «Όχι, όταν πεθαίνετε βγάζετε το σκασμό. Δεν μιλάτε, δεν σκέφτεστε, δεν αισθάνεστε». «Κι αν αύριο πάρει τηλέφωνο; Αν αύριο στείλει κάτι; Αν όταν τελειώσει το καλοκαίρι μου πει να πάω να τη βρω. Της είπα όποτε θέλει να μου το πει κι εγώ θα πάω. Αν μου το πει;».

Ο δαίμονας όμως ξέρει. Ο δαίμονας ξέρει πως είμαι ζητιάνος . Ο δαίμονας ξέρει πως παλεύω να αποδείξω ότι δεν είμαι θύμα.

Ο δαίμονας θα μου πει πολύ σοβαρά, χαμογελώντας μου όσο πιο πλατειά μπορεί :

«Σκέψου το λίγο. Ίσως να αυτοκτονήσεις απόψε. Ναι. Κοίτα να δεις. Μια προοπτική που δεν περιλαμβάνει μέτρημα ψιλών μπας και βγαίνουν για να πάρεις καμιά ρετσίνα.

Αν αυτοκτονήσεις απόψε θα ‘χεις πεθάνει καλοκαίρι. Πώς πρόδωσε τη ζωή καλοκαίρι, θα αναρωτιούνται φίλοι και γνωστοί. Και θα πηγαίνουν σε δυο τρια μαγαζιά της Αθήνας που αγάπησες ίσως πιο πολύ απ’ ότι αγαπάς τους φίλους σου και θα σε θυμούνται με αγάπη και νοσταλγία. Θα σε κουβαλήσουν ρε.

Αν αυτοκτονήσεις απόψε δεν θα χρειαστεί να πεις σε κανέναν πως δυο ώρες τώρα της μιλάς και σου απαντά ανα μισάωρο . Δεν θα χρειαστεί να πεις πως νιώθεις ότι σου ξεφτιλίζει τη ζωή. Και δεν θα υποπέσεις στο αμάρτημα του να την φωνάζεις καριόλα. Θα πεθάνεις ρε και δεν θα προλάβεις.

Αν αυτοκτονήσεις απόψε θα αφήσεις ένα σημείωμα που θα λέει βασικά τ’ όνομά της. Θα της φορτώσεις ενός ανθρώπου το αίμα και θα το κουβαλάει μάλλον σ’ όλη της της ζωή. Και για να το ξεφορτωθεί θα χρειαστεί να γίνει άλλη. Σε κάθε περίπτωση θα κουρελιαστεί.

Δεν θα φταίει.  Αλλά έτσι για όλες τις γυναίκες που μου λές όταν μεθάς πως σ’εχουνε πατήσει στο λαιμό ,θα της φορτώσεις άλλον έναν θάνατο εκτός απ’το δικό της.»


Κι εγώ θα ξέρω πως αν αφήσω το δαίμονα να συνεχίσει να μιλάει , μπορεί να αρχίσω να χαμογελάω με την νέα αυτή προοπτική που δεν περιλαμβάνει φράγκα και αναμονές και ναι ρε πούστη ,επιτέλους δεν θα περιμένω τίποτα. Και δεν θα ψάχνω και τίποτα για να το περιμένω.


Η λάβα θα αρχίσει να κυλάει από το μέτωπό μου. Θα νιώσω νοερά τη δροσιά της γλώσσας σου. Θα θυμηθώ για μια στιγμή πως υπήρξαν μέρες που δεν φοβόμουν. Δέκα μέρες πριν σταμάτησα για λίγο να φοβάμαι. Θα ανοίξω ασυναίσθητα τα μάτια μου. Θα δω τη μάνα μου να μου σκουπίζει τον ιδρώτα και να κλαίει.

χου αμ αι κιντινγκ

Ανάμεσα στο "η ομορφιά σου με εξουθενώνει" και στο "απόψε θα γαμηθώ με τον τάδε" υπάρχει ένα κακοσερβιρισμένο τζι...