Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

εσένα

Θέλω
να μου περιγράψεις
το πρωί της ημέρας που
αποφάσισες
πως η μαμά σου δεν είναι
ο αγαπημένος σου άνθρωπος  στη γη

Θέλω να μάθω αν φοβάσαι,
πως όταν
μεθάς και ψευδίζεις,
λιγάκι,
σταματάς να είσαι εντυπωσιακή

Θέλω να με μάθεις να ερμηνεύω την στιγμιαία αμηχανία σου όταν με βλέπεις

Θέλω να μου διηγηθείς τη μέρα σου, ξεκουμπώνοντας τα κουμπιά
εκείνου του
πράσινου-πετρόλ
πουκαμίσου,
που τόσο σου πάει


Θέλω την πρώτη σου σκέψη όταν ξυπνάς,
τα κυριακάτικα μεσημέρια σου,
τα πρωινά που ξυπνάς με χανγκόβερ

[Θέλω να θέλεις την πρώτη μου σκέψη όταν ξυπνάω,
τα κυριακάτικα μεσημέρια μου,
τα πρωινά που ξυπνάω με χανγκόβερ]

Θέλω να σου αφιερώσω όλο τον γιώργο δομιανό


Θέλω να μάθω
ποιο είναι το αγαπημένο σου σημείο να σε χαϊδεύουν στην πλάτη
και αν
όταν τελειώνεις
θέλεις
να σε κοιτάζω
στα μάτια.


-

http://ypokeimeno.com/kati-alithia-symvainei-edo/

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Κυριακή #1


Ήξερα πως η μητέρα μου δεν θα μου συγχωρούσε ποτέ την σημασία που είχε το αλκοόλ για μένα. Εγώ, με τη σειρά μου, δεν ήξερα αν θα μπορούσα να της συγχωρήσω την παντελή απουσία κατανόησης.

Γιατί, βλέπετε, η μητέρα μου μεγάλωσε σε μια ελληνική ταινία-με κότες, με προσφυγικά τετράγωνα, αυλές και με καταγγελίες της θετής της μητέρας στην αστυνομία.

Αλλά παρ'όλο το κινηματογραφικό της παρελθόν, στα 65 της χρόνια, το μόνο για το οποίο μπορούσε να μιλήσει ήταν ζωή της και μάλιστα η ζωή της πριν από καμιά δεκαετία.


Επέμενε λοιπόν να με κοιτάζει με το ίδιο παρακλητικό βλέμμα, κάθε φορά που έβαζα κάτι να πιώ.

Επέμενε, ακόμη, να μην καταλαβαίνει την σημασία του να βγαίνω από το σπίτι τις νύχτες, επέμενε να μένει τυφλή απέναντι στο βασικό πράγμα που είχε για μένα σημασία: τη νύχτα.





Και για χρόνια, απ'την αρχή της ενήλικης και φοιτητικής ζωής μου-όλη μου τη νιότη ως τώρα- δεν έκανε τίποτα για να με ανακουφίσει από το άγχος του να μην έχω ουίσκι να πιώ και τσιγάρο να καπνίσω το Σαββατόβραδο.


Μεγαλώνοντας σταμάτησα να ζητάω τέτοιου είδους ανακούφιση-έπεσε η νιότη μου πάνω στην έναρξη της κρίσης- και μαζί μ'αυτό, σταμάτησα να ζητάω την έγκρισή της.


Βέβαια τέτοιες συνήθειες δεν σβήνουν με τον καιρό, ως προϊόν της ωριμότητάς μας. Τέτοιες συνήθειες τις ξεκολλάμε, μόνο που αντιλαμβανόμαστε την βιαιότητα, με την οποία απαλλαχτήκαμε από αυτές, πολύ καιρό αργότερα.

Όταν πέθανε, λοιπόν, ο πατέρας μου, η αποκόλληση είχε σχεδόν ολοκληρωθεί.

Άλλωστε είχα, και διαθέτω ακόμη, το καταπληκτικό ταλέντο να γεμίζω το μυαλό μου με μορφές γυναικών, συχνά απρόσιτων, με αποτέλεσμα να μην με ενοχλεί η συναισθηματική αναπηρία που διέτρεχε και διατρέχει όλο το γενεαλογικό μας δέντρο.

Ήμουν διαρκώς πεινασμένη. Εφηύρα πολλές, πανάκριβες ψυχικά, κρυψώνες της αναπηρίας και της συναισθηματικής φτώχειας αυτής της οικογένειας.

Και σήμερα δεν με ενοχλεί. Άλλωστε, το ότι άγγιξα το χέρι του πατέρα μου, μόνο όταν ήταν νεκρός, ξαπλωμένος στο ντιβάνι της κουζίνας, το είχα προβλέψει εδώ και χρόνια. Ήταν μια απλή λογική συναγωγή.

Ξέρετε, ο θάνατος σε αυτές τις περιπτώσεις προκαλεί μια κάποιου τύπου ανακούφιση. Θέλω να πω πως, όσο ο άνθρωπος, που είσαι προγραμματισμένος να αγαπάς, είναι εκεί μπροστά σου, καθισμένος στο γραφείο του και το χέρι του είναι εκτεθειμένο, και είναι τόσο απλό να πας και να το αγγίξεις-ή και να το χαϊδέψεις, απλά και μόνο γιατί είναι ωραία οι άνθρωποι που και που να χαϊδεύουν ο ένας τον άλλον-όσο συμβαίνει αυτό, υπάρχει η δυνατότητα ανατροπής των δεδομένων. Μπορείς να ορκίσεις τον εαυτό σου από σήμερα να δείχνεις στον μπαμπά σου και στην μαμά σου πόσο πολύ τους αγαπάς, όσο άβολα κι αν αυτό σε κάνει να νιώθεις.

Αλλά όταν ο άνθρωπος που έχεις μάθει να αγαπάς πεθάνει, πλέον δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.

Μπορείς ας πούμε να γράψεις κάτι γι'αυτό, να το πεις σε μια γυναίκα σε ένα μπαρ και να νομίσει ότι της λες κάποιο σπουδαίο μυστικό, ενώ στην πραγματικότητα μοιράζεσαι μια απλή αλήθεια. Αλλά μέχρι εκεί.

Σε κάθε θάνατο υπάρχουν "αν" και μετάνοιες και "δεν πρόλαβα να". Είναι ήδη αρκετά υπερφίαλο το να πιστέψεις ότι θα ξεφύγεις από τον θάνατο. Αλλά το να πιστέψεις ότι ο δικός σου θάνατος-και λέγοντας "δικός σου" εννοώ εκείνον που σε αφορά άμεσα- θα είναι απαλλαγμένος από υποθέσεις, θα είναι πλήρης αλήθειας, ε, αυτό είναι μια γερή πλάνη, ίσως πιο βάρβαρη από την αθανασία.





Εξίσου υπερφίαλο είναι το να πιστέψεις πως, επειδή είσαι από τους τυχερούς που πήραν μια γεύση συμπαντικής ζωής, μια γεύση της ζωής, όπως είναι, ανεξάρτητα από τον πολιτισμό, μια γεύση της πραγματικότητας της ανθρώπινης φύσης ∙ επειδή σου 'κανε την χάρη από νωρίς να σου φανερωθεί∙ επειδή τώρα ξέρεις, να νομίζεις ότι τώρα ξέρεις.

Όμως δεν ξεκίνησα με σκοπό να μιλήσω γι'αυτό. Πριν λίγο,ψιθύρισα το όνομά σου. Κι ίσως να μην το ψιθύρισα με την ιδιοτέλεια της διαφυγής από άλλη μια σπιτίσια Κυριακή.

Κάπου εδώ υπάρχει ένα σύνολο περιγραφών, συνοδευόμενο από το "Άσμα ασμάτων" . Μα προτιμώ να κλείσω αυτή την πρώτη προσπάθεια αυτόματης γραφής με το εξής σχόλιο: ο έρωτας-ας κρατήσουμε τουλάχιστον αυτόν την ακολουθία του "ρο" με το μακρύ "ωμέγα", που δεν θα μπορούσε να είναι "όμικρον" γιατί, τότε τι θα χωρούσε- έχει την μαγική ιδιότητα να τοποθετεί το ερωτικό αντικείμενο σε ρόλο πρωταγωνιστή, σε κάθε τραγούδι.





Την ίδια μαγική ιδιότητα έχει ο θάνατος. Ξαφνικά το αντικείμενο του πόθου του στιχουργού, του οποίου η απουσία είχε ως αποτέλεσμα να γεννηθεί το τραγούδι, παίρνει για λίγο την μορφή, όχι εκείνου που μένει 10 χιλιόμετρα μακριά, αλλά εκείνου που πραγματικά λείπει.

Αποφώνηση περί αντάμωσης; Υπάρχει ακόμη αυτή η εξαιρετικά αγχωτική δυνατότητα για δράση.



χου αμ αι κιντινγκ

Ανάμεσα στο "η ομορφιά σου με εξουθενώνει" και στο "απόψε θα γαμηθώ με τον τάδε" υπάρχει ένα κακοσερβιρισμένο τζι...